Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Ασθένειες Των Πεύκων

Τα πευκοδάση της Πάρνηθας καταλαμβάνουν μία μεγάλη έκταση στον Εθνικό Δρυμό. Τα τελευταία χρόνια όμως η εμφάνιση επιβλαβών εντόμων απειλεί την εξέλιξή τους. Το έντομο Marchalina hellenica και η κάμπια της πεταλούδας Thaumetopaea pityocampa είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για την ξήρανση πολλών δέντρων χαλεπίου πεύκης στο βουνό.
Το έντομο Marchalina hellenica (Coccina, Margarididae κν. "εργάτης", το μελιτογόνο έντομο του πεύκου) παρασιτεί στην πεύκη παράγοντας μελιτώδεις εκκρίσεις, τις οποίες οι μέλισσες συλλέγουν και μετατρέπουν σε μέλι, το πευκόμελο. Η παρουσία του εντόμου έχει αναφερθεί μόνο σε χώρες της λεκάνης της Μεσογείου και συγκεκριμένα στην Ελλάδα, στην Τουρκία και την Ν. Ιταλία. Παρασιτεί στα είδη Pinus brutia (τραχεία), Pinus halepensis (χαλέπιος), Pinus silvestris (δασική), Pinus pinea(κουκουναριά), ενώ υπάρχει μία μόνο αναφορά παρασιτισμού στο είδοςPinus nigra (μαύρη). Η σημασία του ως μελιτογόνου εντόμου είναι για την Ελλάδα ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς το μέλι που παράγεται αποτελεί σταθερά κάθε χρόνο το 65% της συνολικά παραγόμενης ποσότητας μελιού στη χώρα.
Η ασθένεια που προκαλείται από το συγκεκριμένο έντομο λέγεται και βαμβακίαση, καθώς οι εκκρίσεις του μοιάζουν με κομμάτια βαμβακιού πάνω στο δέντρο. Οι πληθυσμοί του εντόμου σε φυσιολογικά επίπεδα δεν προκαλούν προβλήματα στα πεύκα, αλλά η τεχνητή αύξηση με ενέσεις προνυμφών σε δέντρα, που πραγματοποιήθηκε κατά κόρον τις τελευταίες δεκαετίες από μελισσοκόμους, οδήγησε στην κατάσταση που παρατηρούμε σήμερα. Επισήμως, δεν είναι γνωστή κάποια συγκεκριμένη βλάβη των πεύκων από την Marchalina hellenica, εμπειρικά όμως, από παρατηρήσεις στο πεδίο διαφαίνεται ότι συμβάλλει στην εξασθένηση των δέντρων, τα οποία πιθανώς προσβάλλονται δευτερογενώς από παθογόνους μύκητες ή άλλους μικροοργανισμούς.

Η νυχτοπεταλούδα Thaumetopaea pityocampa είναι ένα φυλλοφάγο έντομο, που απαντάται κυρίως στις χώρες της Μεσογειακής λεκάνης, στην Πορτογαλία και σε περιοχές της Ελβετίας, Ουγγαρίας και Βουλγαρίας. Στη χώρα μας έχει βρεθεί σε όλα σχεδόν τα πευκοδάση μέχρι τα 1.800μ. Προκαλεί ζημιές στα δέντρα με την τροφική της δραστηριότητα. Οι προνύμφες μπορούν να προκαλέσουν απώλεια αύξησης της τάξης του 20-45%, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στη νέκρωση νεαρών δενδρυλλίων.

Εκτός όμως από τη βλάβη που προκαλείται στα πεύκα, τα τριχίδια των προνυμφών μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα υγείας στον άνθρωπο, όπως εκζέματα, διάφορα εξανθήματα, αναπνευστικές διαταραχές και προβλήματα στην όραση. Υπάρχουν τρόποι καταπολέμησης των προνυμφών, οι οποίοι είναι:


 Βιολογικός: χρησιμοποιείται είτε το βακτήριο Bacillus thurigiensis, το οποίο εμποδίζει την ανάπτυξη της κάμπιας είτε φερομόνη (ουσία που εκκρίνεται για την προσέλκυση αρσενικών από τα θηλυκά), με σκοπό την καθοδήγηση των εντόμων σε ειδικές παγίδες.


• Χημικός: χρησιμοποιούνται εντομοκτόνα που έχουν σαν βάση το Diflubenzuron. Αυτά επηρεάζουν τη σύνθεση της χιτίνης, με αποτέλεσμα το έντομο να μην μπορεί να εξελιχθεί και να νεκρώνεται.


• Μηχανικός: είναι ο πιο φιλικός προς το περιβάλλον τρόπος, καθώς συνίσταται στο κόψιμο και κάψιμο της φωλιάς των εντόμων. πηγή

Κουκουναριά - Pinus - Pinea

Η κουκουναριά (pinus - pinea) είναι ένα ιθαγενές πεύκο της Νότιας Ευρώπης στην περιοχή της Μεσογείου. Το δέντρο καλλιεργείται για τους εδώδιμους σπόρους του από τους προϊστορικούς χρόνους.
Η κουκουναριά μπορεί να υπερβεί τα 25 μέτρα σε ύψος, αν και συνήθως είναι λιγότερο ψηλή, γύρω στα 12-20 μέτρα. Έχει μια χαρακτηριστική ομπρελοειδή μορφή με κοντό κορμό και στρογγυλή επίπεδη κορυφή. Ο φλοιός είναι χοντρός, καστανοκόκκινος, βαθιά χαραγμένος από φαρδιές, κατακόρυφες πλάκες. Έχει ευλύγιστα βελονοειδή φύλλα σε δέσμες των δύο, μήκους 10-20 εκατοστών. Τα νεαρά δέντρα έχουν διαφορετικά φύλλα, μήκους 2-4 εκατοστών με γλαυκοπράσινο χρώμα.
Οι κώνοι είναι ωοειδείς, μήκους 8-15 εκατοστών και χρειάζονται 36 μήνες για να ωριμάσουν, περισσότερο από κάθε άλλο πεύκο. Οι σπόροι είναι μεγάλοι, μήκους 2 εκατοστών, ανοιχτοί καστανοί με μια μαύρη επίστρωση που φεύγει εύκολα. Οι σπόροι διαδίδονται με τα ζώα και στην πρόσφατη ιστορία με την βοήθεια των ανθρώπων. Ο εδώδιμος σπόρος είναι γνωστός ως κουκουνάρι και χρησιμοποιείται στη Μεσογειακή κουζίνα, με πιο γνωστή τη χρήση του ως βασικό συστατικό της Ιταλικής σάλτσας πέστο.
Η αρχική καταγωγή της κουκουναριάς είναι η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Βόρεια Αφρική (όταν το κλίμα ήταν κάποτε πιο υγρό). Καλλιεργείται συστηματικά εδώ και 6.000 χρόνια για τους εδώδιμους σπόρους της, τους οποίους εμπορεύονταν οι άνθρωποι από τα αρχαία χρόνια. Έχει εγκλιματιστεί σε όλη την περιοχή της Μεσογείου εδώ και τόσο καιρό που θεωρείται ιθαγενές στα μέρη που φυτρώνει, ενώ πολύ πρόσφατα (από το 1700) έχει εισαχθεί σε χώρες με μεσογειακό κλίμα. Μέχρι τώρα έχει εγκλιματιστεί στη Νότια Αφρική, την Καλιφόρνια, την Αυστραλία και τη Δυτική Ευρώπη.
            Φυτεύεται σε ηλιόλουστα σημεία, είναι ανθεκτικό στην ξηρασία και χρειάζεται βαθιά εδάφη για να αναπτυχθεί σωστά.

Βαμβακίαση

Τα τελευταία χρόνια τα πεύκα στις αστικές και περιαστικές περιοχές της Ελλάδας απειλούνται από τη βαμβακίαση, ασθένεια που προκαλείται από το κοκκοειδες έντομο Marchalina hellenica (Monophlebus hellenicus) ελλ.μαρσαλίνα, που ζει στο φλοιό τους παρασιτικά και παράγει μελιτώδεις εκκρίσεις. Οι εκκρίσεις αυτές συλλέγονται από τις μέλισσες προκειμένου να φτιάξουν πευκόμελο που αποτελεί και 60% της συνολικής παραγωγής μελιού στην Ελλάδα. Οι νεκρώσεις παρατηρούνται σε άτομα πεύκης με επιβαρυμένη φυτοϋγειονομική κατάσταση, με περιορισμένο ζωτικό υπέργειο και υπόγειο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρεται πως σε φυσικά δάση χαλεπίου πεύκης τα οποία εκμεταλλεύονται μελισσοκομικά δεκάδες χρόνια, οι βλάβες από το Marchalina hellenica είναι αμελητέες και ουδέποτε υπήρξε ένδειξη επιδημίας.

            Αντίθετα στις περιοχές όπου η ανθρώπινη δραστηριότητα "πιέζει" το βιολογικό χώρο του πεύκου, και σε συνδυασμό με την απροθυμία των ανθρώπων να φροντίσουν τους οργανισμούς αυτούς (κλάδεμα, καθαρισμός, προστασία ριζικού συστήματος) φαίνεται πως οι ζημιές είναι σημαντικές. Η επιδημία αυτή ξεκίνησε το 2000, όταν το Υπουργείο Γεωργίας της Ελλάδας αποφάσισε τον εμβολιασμό των πεύκων με μαρσαλίνα σε μαζική κλίμακα, προκειμένου να γίνουν μελιτοφόρα και να αυξηθεί η παραγωγή πευκόμελου. Σήμερα γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με χημική καταπολέμηση.




Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Χαμομήλι

     Το χαμομήλι είναι ποώδες φυτό, η επιστημονική ονομασία του οποίου είναι Chamomilla. Το γένος περιλαμβάνει περί τα 70 είδη το γνωστότερο των οποίων του είναι η Chamomilla recutita ή Matricaria chamomilla, ελλ. Χαμαίμηλον το κοινόν ή Ματρικαρία το χαμαίμηλον. Αυτό το είδος φύεται και στην Ελλάδα όπου είναι γνωστό με τα ονόματα χαμομήλι, χαμόμηλο, και στην Κύπρο είναι γνωστό και ως μουγιόχορτο.
Στο κοινό χαμομήλι, τα άνθη κατανέμονται σε ταξιανθίες-κεφάλια που μοιάζουν ιδιαίτερα με αυτές της μαργαρίτας. Το όνομα του σημαίνει μήλο που είναι κάτω στο έδαφος (χάμω - μήλο). Είναι φυτό ποώδες και ζει ένα χρόνο (μονοετές). Αρωματικό και φαρμακευτικό. Έχει λείο βλαστό και είναι πολύκλαδο.
Το χαμομήλι έχει ηρεμιστικές, τονωτικές αλλά και αντισηπτικές και εντομοκτόνες ιδιότητες. Δρα επίσης κατά των αερίων των εντέρων. Με απόσταξη των ανθέων λαμβάνεται πολύτιμο αιθέριο έλαιο οι ιδιότητες του οποίου μοιάζουν με εκείνες του αιθέριου ελαίου της Ανθεμίδος της ευγενούς, Anthemis nobilis, ιθαγενούς φυτού της Καλιφόρνιας όπου και καλλιεργείται ως διακοσμητικό.
Από τα άνθη του χαμομηλιού κατασκευάζεται το ομώνυμο αφέψημα. Επίσης, εκχυλίσματα χαμομηλιού χρησιμοποιούνται σε διάφορα καλλυντικά ή σαμπουάν.

Φασκόμηλο


Το φασκόμηλο ή φασκομηλιά (Σάλβια η φαρμακευτική ελλ. Ελελίφασκος ο φαρμακευτικός, Salvia officinalis) ανήκει στο γένος των Αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών Σάλβια (Salvia).
Πολυετές, θαμνώδες με πολυάριθμα κλαδιά ύψους μέχρι μισό μέτρο βρίσκεται σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας κυρίως σε ξηρούς και πετρώδεις τόπους. Τα φύλλα του είναι επιμήκη και παχιά χρώματος λευκό-πράσινου. Τα άνθη του φύονται κατά σπονδύλους, είναι χρώματος μοβ και ανθίζουν από το Μάιο ως τον Ιούνιο. Το φυτό έχει έντονη αρωματική οσμή και καλλιεργείται για τις φαρμακευτικές ιδιότητες του, ως αφέψημα και ως καρύκευμα.
Περιέχει ως κύρια ουσία αιθέριο έλαιο, φασκομηλόλαδο, άχρωμο ή ερυθροκίτρινο, σαπωνίνες, πικρές ουσίες, τερπένια, ρητίνες και θουγιόνη (thujone, μια μονοτερπενική κετόνη).
Τα φύλλα έχουν αντισηπτικές, αποχρεμπτικές και σπασμολυτικές ιδιότητες. Το φασκόμηλο με τη μορφή αφεψήματος είναι ιδανικό για την θεραπευτική του στόματος σε περίπτωση τραυματισμών, άφτρων,φαρυγγίτιδας και κατά της ουλίτιδας.
Έχει τονωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται ως καρδιοτονωτικό και κατά των νευραλγιών. Ελαττώνει τα αέρια του εντέρου, είναι διουρητικό και εμμηναγωγό. Ακόμη είναι αιμοστατικό, και τοπικό αναισθητικό του δέρματος. Επίσης έχει αντιβιοτική, αντιμυκητολογική, αντισπασμωδική και υπογλυμική δράση.
Σε αρχαίες εποχές το χρησιμοποιούσαν για δαγκώματα φιδιών και εντόμων, για να αυξήσουν τη γονιμότητα των γυναικών και για να διώχνουν τα κακά πνεύματα κτλ. Στις περιοχές της Μεσογείου αποξηραίνεται και πίνεται ως αφέψημα, το γνωστό φασκόμηλο. Στην μαγειρική χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό διαφόρων ζωμών, φαγητών και του ξιδιού ενώ θεωρείται και μελισσοτροφικό φυτό παρέχοντας μέλι εκλεκτής ποιότητας.
Η γεύση του είναι αρκετά πιπεράτη και ταιριάζει πολύ με λιπαρά κρεατικά και τυριά. Σύμφωνα με τελευταίες έρευνες, η χρήση του έχει θετική επίδραση στη θεραπεία του Αλτσχάιμερ και στην υπερλιπιδιμία.
Πάντως η χρήση του πρέπει να γίνεται με σύνεση γιατί υπάρχουν περιπτώσεις δηλητηρίασης από υπερβολική χρήση που οφείλεται κυρίως στην ουσία θουγιόνη που υπάρχει στο φυτό.




Φασκόμηλο
Φασκόμηλο
Φασκόμηλο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα(Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα(Magnoliopsida)
Τάξη:Λαμιώδη (Lamiales)
Οικογένεια:Χειλανθή (Lamiaceae)
Γένος:Σάλβια (Salvia)
Είδος:S. officinalis
Διώνυμο
Ελελίφασκος ο φαρμακευτικός (Salvia officinalis)
                          πηγή


Σέλινο


Το σέλινο (επιστ. Σέλινον το βαρύοσμον, Apium graveolens) είναι διετές, ιθαγενές φυτό του γένους Σέλινον (Apium) της οικογένειας των Σελινοειδών (Apiaceae) (συν. Σκιαδοφόρων (Umbelliferae)).
Είναι γνωστό από τα αρχαία χρόνια όταν Έλληνες και Ρωμαίοι το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική και οι Κινέζοι για φάρμακο. Επίσης το θεωρούσαν πένθιμο φυτό γιατί στις νεκρικές τελετές οι πενθούντες φορούσαν στεφάνι από σέλινο.
Έντονα αρωματικό φυτό, με σκληρό βλαστό ρίζες σαρκώδεις και ινώδεις, φύλλα με διαιρεμένο έλασμα, οι μίσχοι κυρτωμένοι δημιουργούν αυλάκι.
Το ύψος του φτάνει τα 90 εκατοστά και τα σπόρια του είναι αρωματικά, με ίδιο άρωμα με αυτό του φυτού αλλά με πικρότερη και πιο καυστική γεύση.
Τα σπόρια του χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό
Πολλαπλασιάζεται με σπορά σε θερμοκήπια ή ειδικά σπορεία και στη συνέχεια μεταφυτεύεται σε μικρά σακουλάκια αφού περάσουν 5-7 εβδομάδες.
Όταν το ύψος των φυταρίων φτάσει τα 20 εκατοστά περίπου τότε φυτεύονται στη τελική τους θέση. Οι απαιτήσεις σε νερό είναι μεγάλες και το τακτικό πότισμα είναι απαραίτητο ενώ η λίπανση του εδάφους είναι αναγκαία και πρέπει να γίνεται είτε με κοπριά είτε με ειδικά λιπάσματα.
Το έντονο άρωμα που έχει το σέλινο οφείλεται σε αιθέριο έλαιο που δίνει στο φυτό ορεκτικές, χωνευτικές και τονωτικές ιδιότητες. Περιέχει σίδηρο, ασβέστιο, φώσφορο και βιταμίνες C, B1, B2 και Κ. Θεωρείται ότι έχει φαρμακευτικές ιδιότητες και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παθήσεις των νεφρών και της ουροδόχου κύστης καθώς και κατά των αρθριτικών παθήσεων.

Υπάρχουν 2 βασικές ποικιλίες σέλινου:

1) Η (var. rapaceum) με μεγάλη σαρκώδη ρίζα τη γνωστή σελινόριζα, που καλλιεργείται για αυτή και τρώγεται ωμή, σαλάτα, σε σούπες και μαγειρεμένη με διάφορους συνδυασμούς και

2) Η (var. dulce), η πιο κλασσική, με σαρκώδεις μεγάλους μίσχους που καλλιεργείται για τα φύλλα της και τρώγεται με τον ίδιο τρόπο γίνεται τουρσί ή χρησιμοποιείται και ως καρύκευμα.
Τα σπόρια του χρησιμοποιούνται σε διάφορες σούπες και τουρσιά ως μπαχαρικό καθώς επίσης και στην αρωματοποιία.

Σέλινο
Snijselderij Apium graveolens.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία:Ροδίδες (Rosidae)
Τάξη:Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια:Σελινοειδή (Apiaceae)
Γένος:Σέλινον (Apium)
Είδος:A. graveolens
Διώνυμο
Σέλινον το βαρύοσμον
(Apium graveolens)






Ρίγανη


Η ρίγανη (Ορίγανον το κοινόν, Origanum vulgare) είναι αρωματικό ποώδες, πολυετές, ιθαγενές και θαμνώδες φυτό της Μεσογείου και της Κεντρικής Ασίας. Ανήκει στο γένος Ορίγανο της τάξης των λαμιωδών αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών.
Το φυτό έχει ύψος 20-80 εκ., έχει φύλλα αντίθετα μήκους 1-4 εκ.Αναπτύσεται καλά σε εδάφη με PH 6-9(ισχυρά αλκαλικά)και μπορεί να εκμεταλευτεί , όταν καλλιεργείται, ακόμα και πολύ φτωχά , ξηρικά και πετρώδη εδάφη.Τα άνθη της έχουν χρώμα άσπρο-μώβ και ανθίζει από Ιούνιο κυρίως μέχρι Αύγουστο αναλόγως της περιοχής.
Η Ελληνική ρίγανη (Greek Oregano) είναι φυτό πολυετές και ποώδες η ποιότητα της θεωρείται η καλύτερη παγκοσμίως. Η ρίγανη πέρα από το χαρακτηριστικό άρωμα και γεύση που αφήνει στο φαγητό έχει και πάρα πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες. Είναι αντιδιαρροϊκή, αντιφλεγμονώδης, βακτηριοκτόνα. Υπό μορφή αφεψημάτων χρησιμοποιείται για την ατονία των εντέρων, αποχρεμπτικό για το βήχα, βοηθάει στην υπέρταση και την αρτηριοσκλήρυνση. Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης (οριγανέλαιο) χρησιμοποιείται για τον πονόδοντο. Η ρίγανη έχει 12 φορές περισσότερο αντιοξειδωτική δράση από το πορτοκάλι, 30 από την πατάτα και 42 από το μήλο. Επίσης με λίγο ρίγανη στην τροφή των πτηνών σας κρατάτε τις αρρώστιες μακριά τους.
Μία άλλη κύρια χρήση της είναι κατά των χρόνιων ρευματισμών.Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τη θεραπευτική της αξία και τη χρησιμοποιούσαν πίνοντας το τσάι της σε κολικούς και εξωτερικά σε πρηξίματα και για το στραβολαίμιασμα.
Στην Ελλάδα η ρίγανη είναι αυτοφυής και βρίσκεται σε ορεινές και βραχώδεις περιοχές.
Χρησιμοποιείται ως καρύκευμα κυρίως στη μαγειρική αλλά και σπανιότερα ως αφέψημα, το οποίο αναφέρεται ως εξαιρετικό κατά του βήχα. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη χωριάτικη σαλάτα.
Η συλλογή της ρίγανης γίνεται κατά την ανθοφορία του φυτού, τα άνθη αυτά ξεραίνονται σε ειδικά υπόστεγα ή ξηραντήρια και στη συνέχεια τρίβονται και κοσκινίζονται.
Είναι το βασικό καρύκευμα των χωρών της Μεσογείου και βασικό συστατικό της Ελληνικής, αλλά και της Ιταλικής κουζίνας. Επειδή η συλλογή της απαιτεί αρκετά εργατικά χέρια, η έλλειψη τους οδήγησε σε οργανωμένη καλλιέργεια στις περιοχές των Τρικάλων και της Καρδίτσας. Στις Η.Π.Α η κατανάλωση της ρίγανης αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια και έτσι άρχισε η καλλιέργεια της σε διάφορες περιοχές του νότου αλλά και στο Μεξικό.

Ρίγανη
Ρίγανη
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:Λαμιώδη (Lamiales)
Οικογένεια:Χειλανθή (Lamiaceae)
Γένος:Ορίγανον (Origanum)
Είδος:O. vulgare
Διώνυμο
Ορίγανον το κοινόν
(Origanum vulgare)







Μάραθος


Ο μάραθος ή μάραθο είναι ποώδες και αρωματικό φυτό. Είναι δικοτυλήδονο και ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδοφόρων. Η επιστημονική του ονομασία είναι Φοινίκουλον το κοινόν. Περιέχει αιθέρια έλαια κατά 7% και ήταν γνωστό στην αρχαία Ελλάδα, στην Κίνα, στην Αίγυπτο και την Ινδία. Ειδικότερα, ο Πλίνιος αναφέρει 22 φαρμακευτικές ιδιότητες του φυτού.
Οι κύριες χρήσεις του φυτού είναι στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία και την οινοπνευματοποιία. Από το μάραθο επίσης παρασκευάζονται φάρμακα όπως σιρόπια, ενώ χρησιμοποιείται και ως μέσο για να διευκολύνεται η έκκριση γάλατος. Από τους σπόρους του μάραθου, που έχουν καυστική γεύση, όπως αυτή του άνηθου, φτιάχνεται αιθέριο έλαιο (μαραθέλαιο). Η ποικιλία αζορικό είναι εδώδιμη και οι σαρκώδεις κολεοί των φύλλων του χρησιμοποιούνται ως λαχανικό (φοινόκιο).



Μάραθο
Μάραθο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια:Σελινοειδή (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρα (Umbelliferae)
Γένος:Φοινίκουλον (Foeniculum)
Είδος:F. vulgare
Διώνυμο
Foeniculum vulgare
(Φοινίκουλον το κοινόν)
              πηγή

Μαϊντανός


O μαϊντανός είναι διετές, ιθαγενές φυτό που ανήκει στο γένος Πετροσέλινον (Petroselinum) της οικογένειας των Σελινοειδών (Apiaceae) (συν. Σκιαδοφόρων (Umbelliferae)). Καλλιεργείται στις εύκρατες περιοχές για τα φύλλα του που χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και σε διάφορες σαλάτες.
Ήταν γνωστός στους αρχαίους Έλληνες που τον χρησιμοποιούσαν ως αρωματικό βότανο αλλά και ως φάρμακο σε διάφορες παθήσεις.
Κατά τον πρώτο χρόνο ανάπτυξης του φυτού εμφανίζονται τα σύνθετα κατσαρά βαθυπράσινα φύλλα σχηματίζοντας ομάδες.
Στην συνέχεια εμφανίζονται διάφορα ψηλά ανθοφόρα στελέχη που στην κορυφή τους φέρουν μικρά κιτρινοπράσινα άνθη και ακολουθούνται από μικρά σπόρια.
Τα φύλλα του μαϊντανού είναι πλούσια σε βιταμίνη C, ενώ περιέχουν και αιθέρια έλαια. Εκτός από φρέσκα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και αποξηραμένα.
Κάποια ποικιλία μαϊντανού σχηματίζει μια μεγάλη ρίζα όμοια με του σέλινου και τρώγεται βραστή σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.
Στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιείται όχι μόνο ως συστατικό αλλά και ως διακοσμητικό σαλατών ή πιάτων κρέατος, ενώ στην Τουρκία, χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες στη σαλάτα, είτε μαζί με ψιλοκομμένη τομάτα είτε και μόνος του.

Μαϊντανός
Μαϊντανός
Μαϊντανός
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία:Ροδίδες (Rosidae)
Τάξη:Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια:Σελινοειδή (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρα (Umbelliferae)
Γένος:Πετροσέλινον (Petroselinum)
Είδος:P. crispum
Διώνυμο
Πετροσέλινον το ούλον
(Petroselinum crispum)





Καυκαλήθρα


Η καυκαλήθρα (Tordylium apulumΤορδύλιον το Άπουλον) είναι άγριο χόρτο εξαιρετικής ποιότητας, με ευχάριστο άρωμα. Χρησιμοποιείται περισσότερο στην παρασκευή χορτόπιτων και ως μυρωδικό, αλλά τρώγεται και μόνο του, ή βρασμένο μαζί με άλλα άγρια χόρτα όπως σκατζίκια, αλευρίδες, ζοχούς κ.α.
Τελευταία άρχισε να χρησιμοποιείται και στη γαστρονομία, και για το λόγο αυτό μπορεί κανείς να το βρει σε ματσάκια σε λαϊκές αγορές ή μανάβικα.

Καυκαλήθρα
Η καυκαλήθρα (το χόρτο που ακουμπά το μαχαίρι) συναντάται σε αγρούς και λειβάδια της ελληνικής υπαίθρου
Η καυκαλήθρα (το χόρτο που ακουμπά το μαχαίρι) συναντάται σε αγρούς και λειβάδια της ελληνικής υπαίθρου
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια:Σελινοειδή (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρα (Umbelliferae)
Γένος:Τορδύλιον (Tordylium)
Είδος:T. apulum
Διώνυμο
Τορδύλιον το Άπουλον
(Tordylium apulum)







Κάρδαμο

Το κάρδαμο είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό ανήκει στην οικογένεια των Κραμβοειδών (Brassicaceae) (συνώνυμη περιγραφική ονομασία Σταυρανθών (Cruciferae).
Είναι αυτοφυές φυτό και τα φύλλα του φύονται κοντά στη βάση του έχουν δυνατή πικάντικη γεύση και χρησιμοποιούνται σε σαλάτες και διάφορα γαρνιρίσματα.
Υπάρχουν αρκετά είδη κάρδαμου. Τα πιο σημαντικά είναι:
Κοινό κάρδαμο. Γνωστό και ως κάρδαμο της Ορλεάνης, επιστημονική ονομασία Λεπίδιο το ήμερο (Lepidium sativum). Μονοετές και ποώδες φυτό με καταγωγή από την Ασία, αναπτύσσεται εξαιρετικά γρήγορα. Καλλιεργείται σε αρκετές περιοχές και έχει χρήσεις στη μαγειρική, σε σαλάτες, γαρνιτούρες και σούπες.
Νεροκάρδαμο. Έχει την επιστημονική ονομασία Ναστούρτιο το φαρμακευτικό (Nasturtium officinale). Πολυετές ποώδες φυτό με βλαστούς που έρπουν. Η καταγωγή του είναι από την Ευρώπη και σήμερα βρίσκεται σε πολλές περιοχές της γης κοντά σε λίμνες, ρυάκια ποταμούς και χαράδρες. Ως φρέσκο τρώγεται σε διάφορες σαλάτες ενώ βράζεται και τρώγεται ως λαχανικό, σε σούπες κ.λ.π.
Πικροκάρδαμο ή κάρδαμο των λιβαδιών. Χαμηλή πόα με λευκά ή ροζ άνθη. Βρίσκεται σε περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου της γης. Τα φύλλα του είναι σαρκώδη και έχουν πικρή γεύση.