Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Πασιφλόρα - Ρολογιά

Η πασιφλόρα ή ρολογιά είναι φυλλοβόλο αναρριχώμενο φυτό ταχείας ανάπτυξης με γυαλιστερό πράσινο φύλλωμα..
Έχει αρκετά μεγάλα άνθη διαμέτρου 10cm το καλοκαίρι αλλά και το φθινόπωρο, σε απαλό άσπρο-μπλέ-μοβ χρώμα, κίτρινους-πορτοκαλί καρπούς, που μοιάζουν με μικρά αυγά.
Οι βλαστοί διαθέτουν διακλαδισμένους έλικες που βοηθούν στην στήριξή του, οι οποίοι μπορούν να φτάσουν μέχρι τα 10 μέτρα περίπου. Προσφύεται σε κικλιδώματα, πλαίσια, στέγαστρα, πέργκολες, τοίχους κτλ.
Αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες αλλά και σε ημισκιασμένες θέσεις, σε εδάφη με λίγη υγρασία και σε πετρώδη. Θέλει μεγάλη προσοχή από τους παγετούς. Χαρακτηριστικό της είναι τα όμορφα και ιδιαίτερα λουλούδια που μοιάζουν με ρολόγια. Πολλαπλασιάζεται με σπόρους και ημιξυλώδη μοσχεύματα.








Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Πικροδάφνη - Ροδοδάφνη


Η πικροδάφνη ή ροδοδάφνη (επιστημονική ονομασία Nerium oleanderΝήριον το ολέανδρον συνών. Νήριον η ροδοδάφνη) ανήκει στο γένος Νήριον (Nerium). Το είδος Ράιτια η αντιδυσεντερική (Wrightia antidysenterica) συν. Νήριον το αντιδυσεντερικόν (Nerium antidysentericum) είχε συμπεριληφθεί στο γένος παλαιότερα.
Η πικροδάφνη είναι ένας αειθαλής θάμνος της οικογένειας των αποκυνίδων που μπορεί να φτάσει σε ύψος 5 μέτρων, με τοξικά μέρη. Μεγαλώνει σε ηλιόλουστα μέρη με υγρό υπόστρωμα, όπως οι όχθες ποταμών σε χαμηλό υψόμετρο. Αντέχει επίσης τα ελαφρώς υφάλμυρα εδάφη.
Έχει λογχοειδή, δερματώδη φύλλα και μονά ροζ-κόκκινα άνθη. Υπάρχουν και ποικιλίες με άσπρα, κίτρινα, μωβ και διπλά άνθη, οι οποίες καλλιεργούνται. Στην Ελλάδα είναι αυτοφυής, όπως και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου. Η τοξικότητα της πικροδάφνης οφείλεται στην τοξική ουσία νηριίνη, και έχει ως στόχο να προστατεύσει το φυτό από τις επιθέσεις ζώων.
Πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα με μοσχεύματα.

Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:
Φυτά
Συνομοταξία:
Αγγειόσπερμα(Magnoliophyta)
Ομοταξία:
Δικοτυλήδονα(Magnoliopsida)
Τάξη:
Γενθιανώδη (Gentianales)
Οικογένεια:
Αποκυνίδες (Apocynaceae)
Γένος:
Νήριον (Nerium)
Είδος:
N. oleander
Διώνυμο
Nerium oleander (Νήριον το ολέανδρον)
Συνώνυμα
Nerium odorum (Νήριον το εύοσμον, Νήριον η ροδοδάφνη)